, Volume 3, Issue 4, pp 977-998
Date: 07 May 2008

Postcolonial foldings of space and identity in science education: limits, transformations, prospects

Rent the article at a discount

Rent now

* Final gross prices may vary according to local VAT.

Get Access

Abstract

The four essays reviewed here constitute a worthwhile attempt to discuss various aspects of postcolonial theory, and offer constructive ideas to ongoing academic as well as public conversations with respect to whether science education can meet the challenges of educating an increasingly diverse population in the 21st century. These essays are grounded in the assumption that it is difficult to make meaningful and transformative changes in science education so that educators’ efforts take into consideration the dramatic changes (i.e., diverse culture and racial origins, language, economic status etc.) of ‘an era of globalization’ in order to meet the demands of today’s schools. Each of these four essays problematizes various aspects of the social and cultural conditions of science education nowadays using different ‘postcolonial’ ideas to interpret the implications for science learning and teaching. Although the term ‘postcolonial’ has certainly multiple meanings in the literature, we use this term here to describe the philosophical position of these essays to challenge long-standing and hegemonic practices and taken-for-granted assumptions in science education. Through critical analysis of these essays, we engage in a dialogue with the authors, focusing on two of what seem crucial issues in understanding the potential contributions as well as the risks of postcolonial concepts in science education; these issues are space and identity. We choose these issues because they permeate all four essays in interesting and often provocative ways.

Περίληψη

Οι τέσσερεις εργασίες που εξετάζονται εδώ αποτελούν μια αξιόλογη προσπάθεια να συζητηθούν διάφορες πτυχές της μετα-αποικιακής θεωρίας και προσφέρουν εποικοδομητικές ιδέες στις τρέχουσες ακαδημαϊκές και δημόσιες συζητήσεις σχετικά με το αν η διδακτική των φυσικών επιστημών είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της εκπαίδευσης ενός ολοένα αυξανόμενου πολυποίκιλου πληθυσμού μέσα στον 21ο αιώνα. Αυτές οι εργασίες στηρίζονται στην υπόθεση ότι είναι δύσκολο να γίνουν σημαντικές και μετασχηματιστικές αλλαγές στη διδακτική των φυσικών επιστημών, έτσι ώστε οι προσπάθειες των διδασκόντων να λάβουν υπόψη τους τις δραματικές αλλαγές (δηλ. διαφορετική κουλτούρα και φυλετική προέλευση, γλώσσα, οικονομική κατάσταση κτλ.) στην «εποχή της παγκοσμιοποίησης» προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των σύγχρονων σχολείων. Η κάθε μία από τις τέσσερεις εργασίες δημιουργεί προβληματισμό σχετικά με διάφορες πτυχές των κοινωνικών και πολιτιστικών καταστάσεων της σύγχρονης διδακτικής των φυσικών επιστημών, χρησιμοποιώντας διαφορετικές «μετα-αποικιακές» ιδέες για να ερμηνεύσει τις επιπτώσεις στη μάθηση και διδασκαλία τους. Αν και ο όρος «μετα-αποικιακός» έχει σίγουρα πολλαπλές έννοιες στη βιβλιογραφία, εδώ χρησιμοποιούμε τον όρο για να περιγράψουμε τη φιλοσοφική θέση αυτών των εργασιών να αμφισβητήσουν μακροχρόνιες και ηγεμονικές πρακτικές και υποθέσεις που θεωρούνται «δεδομένες» στη διδακτική των φυσικών επιστημών. Συγκεκριμένα, ο Yew-Lin Lee εξετάζει την έννοια του ριζώματος του Deleuze για να διαμορφώσει τη θεωρία της διαδικασίας του γίγνεσθαι στη διδασκαλία των φυσικών επιστημών στη Σιγκαπούρη. Δείχνει πώς ένας εκπαιδευτικός που διδάσκει φυσικές επιστήμες σε δημοτικό σχολείο κατασκεύασε ενδιάμεσους χώρους για να πραγματευτεί τις απαιτήσεις του προγράμματος σπουδών με τρόπους που δείχνουν ότι οι πόλοι της κανονικότητας και της ελευθερίας δεν είναι προνομιούχοι. Οι SungWon Hwang και Wolff-Michael Roth συζητούν τη συνάντηση με το (ριζικά) ξένο/παράξενο, όπως αυτό εμφανίζεται ως μέρος της μετανάστευσης. Βασισμένο σε φαινομενολογικές και μετα-στρουκτουραλιστικές αναφορές, η εργασία τους αναφέρεται στα προτερήματα της ενσυναίσθησης στην κατανόηση της εμπειρίας του Άλλου. Ο Wolff-Michael Roth αναφέρεται στο ζήτημα των ταυτοτήτων της διασποράς σε ένα παγκοσμιοποιημένο τοπίο και αναλύει τις επιπτώσεις του για τη διδακτική των φυσικών επιστημών, σε σχέση με τη διαδικασία του πολιτιστικού bricolage που οδηγεί στην υβριδικότητα και την ετερογένεια. Τέλος, η Elizabeth McKinley φαίνεται να ξεκινά από εκεί που καταλήγουν οι δύο προηγούμενες εργασίες και εκθέτει τον προβληματισμό σχετικά με τη συμπερίληψη της ιδέας της υβριδικότητας στις συζητήσεις για τη διδακτική των φυσικών επιστημών σχετικά με την ταυτότητα και τη διαφορετικότητα. Πιο συγκεκριμένα, η McKinley εγείρει ανησυχίες για την επιπόλαια χρήση της ιδέας της υβριδικότητας και τους κινδύνους πολιτικών αντιδράσεων όταν η ενασχόληση με την έννοια του αποκλεισμού γίνεται υπερβολική. Μέσα από την κριτική ανάλυση των εργασιών αυτών, θα προσπαθήσουμε να εμπλακούμε σε διάλογο με τους συγγραφείς, εστιάζοντας την προσοχή μας σε δύο, κατά τη γνώμη μας, κρίσιμα σημεία για την κατανόηση της ενδεχόμενης συνεισφοράς αλλά και των κινδύνων χρήσης των μετα-αποικιακών θεωρήσεων στη διδακτική των φυσικών επιστημών· αυτά τα σημεία είναι ο χώρος και η ταυτότητα. Επιλέγουμε αυτές τις έννοιες επειδή διαπερνούν και τις τέσσερεις εργασίες με ενδιαφέρον και συχνά προκλητικότητα. Στο πρώτο μέρος του άρθρου μας αναφερόμαστε στο ποια μπορεί να είναι η συνεισφορά των μετα-αποικιακών μελετών στη διδακτική των φυσικών επιστημών και στη συνέχεια σχολιάζουμε την κάθε εργασία ξεχωριστά. Στο τελευταίο μέρος του άρθρου συζητάμε αυτά τα δύο ζητήματα - δηλ. το χώρο και την ταυτότητα - όπως σχετίζονται με τις τέσσερεις εργασίες που εξετάζονται. Ολοκληρώνουμε αυτή τη μελέτη με την εξέταση των επιπτώσεων που μπορεί να έχουν αυτές οι έννοιες στη διδασκαλία των φυσικών επιστημών, τη μάθηση και την έρευνα.